Βρίσκεστε εδώ
Home > ΘΕΑΤΡΟ - CINEMA - TV > Αφιέρωμα > Σαν τα Θερινά τα Σινεμά

Σαν τα Θερινά τα Σινεμά

Σάββατο απόγευμα, καλοκαίρι, δεκαετία του ’60. Οι μεγάλοι πίνουν καφεδάκι κάτω από την κληματαριά. Πάνω στα τσίγκινα τραπεζάκια, λιώνουν οι βανίλιες μέσα στα παγωμένα τα νερά.

Τα λάστιχα έτοιμα να ποτίσουν τις γλάστρες και τα γιασεμιά που σκαρφαλώνουν στα κάγκελα, να δροσίσουν τις ψηφιδωτές πλάκες της αυλής ώστε να υποδεχτούν καθαρές και δροσερές τους γείτονες για τα βραδινά ουζάκια. Τα παιδιά έχουν ήδη ετοιμαστεί. Καθαρά ρούχα, χτενισμένα κεφάλια, το δίφραγκο εξασφαλισμένο στην τσέπη. Απόψε έχει σινεμά. Νέο έργο, ταρζάν μάλιστα! Την προηγούμενη εβδομάδα είχε ελληνικό, το είδαν όλοι μαζί, η γιαγιά μάλιστα έκλαιγε με τη Μάρθα Βούρτση και τον Ξανθόπουλο, «τι τραβάνε τα καημένα τα παιδιά» μονολογούσε σε όλο το έργο, και δωσ’ του να σκουπίζει τα μάτια της με το μαντήλι της.


Μαζεύτηκαν όλα μαζί στην είσοδο, μπούγιο, σαματάς, μικροί μεγάλοι, να προλάβουν να πιάσουν καλή θέση. Στο διάλειμμα θα αγοράσουν σπιτική τυρόπιτα, σάμαλι, γκαζόζα ή παγωτό. Οι πιο πολλοί έρχονται οργανωμένοι με τα σποράκια τους, έτσι που στο τέλος κάθε παράστασης μπροστά από κάθε κάθισμα βρίσκεται ένα βουναλάκι από τσόφλια. Όσοι έχουν λεφτά μπαίνουν, οι άλλοι πιάνουν τις γύρω ταράτσες και μάντρες, κρέμονται σαν τα σταφύλια να δουν το έργο τσάμπα. Κάθε λίγο και λιγάκι τους κυνηγά ο υπεύθυνος, εκείνοι τρέχουν, αλλά μόλις φύγει ξαναπιάνουν τα πόστα τους. Τα φώτα σβήνουν και το έργο αρχίζει. Μαζί με τη μαγεία.

Η ιστορία του θερινού σινεμά αρχίζει γύρω στα 1900, όπου πλανόδιοι έστηναν στις γειτονιές ένα πανί και μια κινηματογραφική μηχανή, προβάλλοντας βουβά ασπρόμαυρα έργα. Τη δεκαετία του ’60 υπήρχαν γύρω στα 320 θερινά σινεμά στην Αττική, το παλαιότερο είναι η Αίγλη στο Ζάππειο που πρωτολειτούργησε το 1903. Σχεδόν όλες οι ταινίες που βλέπουμε και ξαναβλέπουμε σήμερα, παίχτηκαν πρώτη φορά σε ένα θερινό σινεμά. Γιατί όμως αγαπήθηκαν τόσο;

Το θερινό σινεμά ήταν για χρόνια η μόνη διαθέσιμη μορφή ψυχαγωγίας και ταυτόχρονα η πιο φτηνή διασκέδαση. Με ελάχιστα χρήματα, πέρναγες δύο ευχάριστες ώρες και γινόσουν μέρος της μαγείας του σινεμά όπου ως γνωστόν, όλα γίνονται, όλα είναι δυνατά. Πάντα υπήρχε ένας ήρωας και μια ηρωίδα να ταυτιστείς. Ο πρίγκιπας των κοριτσιών είχε πλέον πρόσωπο, το πρόσωπο του εκάστοτε πρωταγωνιστή. Σε μια εποχή φτώχιας, όπου οι ζωές των περισσότερων ανθρώπων εξαντλούνταν στα σύνορα της γειτονιάς τους, άντε και λίγο παρακάτω, το σινεμά έδινε την ελπίδα και άνοιγε ορίζοντες.

Μιλάμε για μια πληγωμένη Ελλάδα από τον πόλεμο και τον εμφύλιο, όπου οι περισσότεροι άνθρωποι ήταν φτωχοί και έμεναν σε σπίτια 2-3 οικογένειες μαζί με κοινόχρηστο μπάνιο. Όμως δεν έπαψαν ποτέ να ελπίζουν σε μια καλύτερη ζωή, σε ευκαιρίες κάθε είδους, σε ταξίδια. Χώρες όπως η Αμερική και ο Καναδάς όπου οι άνθρωποι είχαν καλές δουλειές, μεγάλα σπίτια και τεράστια αυτοκίνητα, φάνταζαν μακρινές και απρόσιτες. Κι όμως, πολλοί το τόλμησαν αυτό το ταξίδι φεύγοντας μετανάστες. Το σινεμά πρόσφερε απλόχερα όνειρα, χαρά, αισιοδοξία, άφθονα πρότυπα προς μίμηση, σε μια εποχή που δεν υπήρχαν άλλα μέσα για να κάνουν κάτι τέτοιο. Οι κοπέλες έβαφαν τα μαλλιά τους ξανθά για να μοιάζουν στη Μέριλυν και την Αλίκη (γιατί αυτές κέρδιζαν στο τέλος το καλό το παλικάρι) και τα αγόρια μάθαιναν καράτε για να γίνουν Μπρους Λη (και να πλακώνονται με επιτυχία στις γειτονιέςΜόλις έσβηναν τα φώτα, έμενες μόνος με τις εικόνες, τη μυρωδιά από το γιασεμί και το αγιόκλημα, και τα αστέρια στον ουρανό. Και άρχιζες να ονειρεύεσαι. Να βάζεις τον εαυτό σου στη θέση του ήρωα, ότι εσύ είσαι τώρα αυτός που πρωταγωνιστεί, και να ζεις μέσα από αυτόν μια ζωή γεμάτη ενδιαφέρον και δράση. Το βράδυ στο κρεβάτι σου, «ξανάπαιζες» το έργο, όπως και κάθε βράδυ, μέχρι το επόμενο έργο που θα έβλεπες. Τα έργα έμεναν στο σινεμά αρκετό καιρό, ώστε να τα δουν όλοι, τα καλά τα έβλεπαν και δύο και τρεις φορές, τόσο που κάποιοι μαρτυρούσαν τους διαλόγους πριν την ώρα τους με αποτέλεσμα να λούζονται απομεινάρια γκαζόζας ή τσόφλια από σποράκια για τιμωρία!

Το θερινό σινεμά ήταν ιδέα. Ήταν το παράθυρο στο όνειρο για μια καλύτερη ζωή. Κορίτσια και αγόρια ήθελαν να ζήσουν ζωές όπως στο σινεμά. Έβλεπαν την Αλίκη να γίνεται από πωλήτρια ψαριών μεγάλο αστέρι στο τραγούδι, τη φτωχή εργάτρια να παντρεύεται τον εφοπλιστή, τον James Bond να σκοτώνει τους κακούς και να κερδίζει στο τέλος το όμορφο κορίτσι.. Άρα, γιατί όχι κι εγώ;

Το πρώτο χτύπημα δόθηκε τη δεκαετία του ’70 με την τηλεόραση. Στην αρχή κάθε γειτονιά είχε την τηλεόρασή της, δεν είχε σημασία ποιος την είχε. Η τηλεόραση έβγαινε στην αυλή το καλοκαίρι ώστε να βλέπουν όλοι τα δύο κανάλια που εξέπεμπαν από τις 17:00-12:00 καθημερινά. Σιγά-σιγά, κάθε σπίτι απέκτησε πλέον τηλεόραση, ακόμα πιο οικονομική ψυχαγωγία. Δέκα χρόνια μετά, ήρθε το video και μετά η ιδιωτική τηλεόραση. Πολλά κανάλια, πολλές οι επιλογές πλέον. Μέσα στη γενικότερη κρίση που αντιμετώπισε τότε το σινεμά, έπρεπε ή να σβήσει ή να γίνει πολύ ανταγωνιστικό. Έτσι έφτασε σε αυτό που ξέρουμε σήμερα. Πολυτελείς αίθουσες, άριστος ήχος και εικόνα, χειμώνα-καλοκαίρι. Γυρίζοντας πίσω και προσπαθώντας να αναβιώσεις τα συναισθήματα, σκέφτεσαι:

Τι κι αν ο ήχος δεν ήταν digital; Τι κι αν ήταν δίπλα σε σπίτια όπου όλο και κάποιος δύστροπος θα έβγαινε στη μέση της ταινίας να φωνάζει να χαμηλώσουνε τον ήχο γιατί δεν μπορεί να κοιμηθεί;Τι κι αν το πανί είχε και μερικά μπαλώματα; Ποιος νοιαζόταν για τέτοιες λεπτομέρειες; Το όνειρο ήταν εδώ, η γειτονιά και οι φίλοι ήταν εδώ για να το μοιραστούν όλοι μαζί, και ας κρατούσε κρυφά ο καθένας το ρόλο του πρωταγωνιστή για τον εαυτό του.


Στηρίξτε μας με το like σας!!!

Ακολουθήστε μας

Αφήστε μια απάντηση

Top