e-Stage.gr

Η Μουσική και όχι μόνο… στο διαδίκτυο

Αφιέρωμα

Άννα Φόνσου: «Η ζωή είναι ένα τσακ και φύγαμε…»

«Άννα θα φτιάξεις ένα καφενείο για μας; Είναι μεγάλη η μοναξιά για τους ηθοποιούς που αποσύρονται από τα φώτα». Ήταν η φράση του Κώστα Σαντοριναίου το 1988 που πυροδότησε την Άννα Φόνσου. Και το καφενείο έγινε παλάτι

Μιλάμε βέβαια για το σπίτι του Ηθοποιού, το καταφύγιο για όλους εκείνους τους πρίγκιπες μιας άλλης εποχής που ξέμειναν από στέμμα και θρόνος τους έγινε ένα υπέροχο δωμάτιο με θέα και πάλι το θέατρο. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Η Άννα Φόνσου γεννήθηκε στις 6 Ιουλίου 1939 και δε το κρύβει. Μεγάλωσε στην Τήνο και αργότερα σπούδασε στη δραματική σχολή του Δημήτρη Ροντήρη. Όμως πώς έφτασε ως εκεί; Μια φίλη της είπε ότι σ’ ένα θέατρο ζητούν κομπάρσους κι έτσι θέλησε να βγάλει το χαρτζιλίκι της (έχοντας αποβληθεί από όλα τα σχολεία της χώρας γιατί χαστούκισε έναν αστυφύλακα!). 

Γνώρισε την κυρία Κατερίνα που την πήρε υπό την εύνοιά της και την παρότρυνε να σπουδάσει θέατρο τελειώνοντας με άριστα. Ωστόσο τα παιδικά της χρόνια δεν ήταν εύκολα. Γυρνούσε με τον πατέρα της  πάνω σ’ ένα γαϊδουράκι και πουλούσαν λεμόνια και πορτοκάλια. Η μητέρα της ήταν καθαρίστρια και ζούσαν σε μια αυλή με πολλές οικογένειες. Αυτά τα χρόνια δε τα ξεχνά. Δούλεψε στη λαχαναγορά τη νύχτα. Δεν μεγάλωσε με πλούτη. ‘Όμως ήταν γεννημένη πριγκίπισσα. Ο πατέρας της είχε ζήσει εξορία μαζί με το Μίκη Θεοδωράκη και το Μάνο Κατράκη και η μικρή Άννα είχε λόγο να μη θέλει να βλέπει αστυφύλακα!

Πρώτη φορά παντρεύτηκε στα δεκαεννιά της, με τον Κώστα Παλτόγλου. Η δεύτερη ήταν με τον αρχιτέκτονα και σκηνοθέτη Νίκο Σοφιανό και η τρίτη με το μουσικό Τάκη Μπουγά. Τρία διαζύγια που κατέληξαν σε φιλικές σχέσεις ήταν επίτευγμα.

Το 1956 λοιπόν βρίσκεται στο θίασο της Κατερίνας και μόλις το 1957 κάνει τη πρώτη εμφάνισή της στον κινηματογράφο με το «Παιδί του δρόμου». Θυμόμαστε ακόμα το «Αγοροκόριτσο» του 1959, «Ενας Δον Ζουάν για κλάματα» 1960, «Διαβόλου κάλτσα» 1961, «Αυτό το κάτι άλλο» 1963, «Ο τελευταίος πειρασμός» 1964, «Περάστε τη πρώτη του μηνός» 1965, «Νυμφίος ανύμφευτος» 1967, «Ποιος Θανάσης» 1968, «Η κόμισσα της φάμπρικας»1969, «Το κορίτσι και τ’ άλογο» 1973.

Η σπουδαία θεατρίνα κι όχι μόνο, η σπουδαία γυναίκα χωρίς έπαρση, που θα καθίσει δίπλα σου, στη τελευταία σειρά, σε μια τιμητική εκδήλωση και που θα θελήσει να περάσει απαρατήρητη. Λιτή κάτω απ’ το εντυπωσιακό της ρούχο και συγκινημένη για το λόγο που βρέθηκε εκεί. Θα φύγει αθόρυβα χωρίς να δώσει συνέντευξη.

Η αγάπη της για τον ηθοποιό. Για τον παλιό, για το νέο, για τον ζώντα ή τον πεθαμένο.  Το επάγγελμα και η τέχνη είναι  διαφορετικά πράγματα. Κάποιες φορές συμβαδίζουν. Η Φόνσου τα κατάφερε μαζί. Με ποιότητα, με το ήθος που αρμόζει και το μεράκι.

Το 1997 λοιπόν ιδρύει με δικό της κεφάλαιο το ίδρυμα «Σπίτι του ηθοποιού». Τη φωλιά των απόρων ηθοποιών, των ανέργων και των κατατρεγμένων. Στο χώρο φιλοξενούνται θεατρικές παραστάσεις, γίνονται σεμινάρια και η καρδιά της Αθήνας δε χάνει ποτέ το παλμό της. Το 2016 η Άννα Φόνσου βραβεύτηκε με το βραβείο Νικολάου Καρόλου της Ακαδημίας Αθηνών για τη κοινωνική της δράση σε σχέση με το ίδρυμα.

Ας θυμηθούμε και μερικές τηλεοπτικές σειρές όπως «Η συμμορία της Μαίρης» 1987, «Οι άθλιοι»1992 , οι σπουδαίοι «Ρακοσυλλέκτες» με το Σταύρο Παράβα το 1994 αλλά και την αξεπέραστη ερμηνεία της το 2002 στη ταινία «Μπαλάντα στο χαμένο σεληνόφως». Επίσης, «Το θέατρο της Δευτέρας», το ασπρόμαυρο εκείνο έργο που μας γαλούχησε στην ελληνική τηλεόραση.

Το 1965 η Φόνσου ίδρυσε το Προσκήνιο με τον Αλέξη Σολομό και τον Αιμίλιο Χουρμούζιο. Έκανε 17 χρόνια δική της θεατρική επιχείρηση και αργότερα άνοιξε μπουτίκ στο Κολωνάκι την οποία διατήρησε 25 χρόνια. Με καλή διαχείριση των οικονομικών, με τη βοήθεια κρατικών φορέων και φιλάνθρωπων ιδιωτών, κατάφερε να στεγάσει το όνειρό της σε έξι ορόφους με γούστο και φινέτσα, λειτουργικούς, με θεατρικά κοστούμια και αντικείμενα αξίας.

Ανατρεπτική και αντιφατική, πηγαίνει σε νεανικά μαγαζιά στα Εξάρχεια, φοράει μίνι φούστες και βγαίνει χωρίς ομπρέλα στη βροχή. Πιστεύει στην ανεξαρτησία των σχέσεων και βαριέται τη ρουτίνα.

Φοβήθηκε την ευθύνη ενός δικού της παιδιού, ωστόσο έκανε μια ιδιότυπη υιοθεσία της ανιψιάς της. Η αδελφή της Μαρία της είχε πει πως το παιδί που θα κάνει θα το μεγαλώσουν μαζί και θα είναι και δικό της. Έτσι η «κοινή κόρη» έμεινε παρηγοριά όταν έφυγε από τη ζωή η Μαρία και ο θάνατός της ήταν κάτι που δύσκολα αντιμετώπισε η Άννα Φόνσου.

Κλείνουμε με μερικές φράσεις της που μας αγγίζουν και μας θυμίζουν πως η ζωή της φέρθηκε καλά και δεν είναι αχάριστη όπως λέει. «Τι θα πει ηλικία; Ένας αριθμός. Είμαι όσο θες. Θες 100; Τόσο είμαι. Δε θέλω να πεθάνω στο σανίδι. Μόλις διαπιστώσω ότι δε μαθαίνω εύκολα τα λόγια θα τα εγκαταλείψω. Όταν θα τη κάνω θέλω να φύγω διακριτικά, σα να πηγαίνω ένα ταξίδι στα ξένα και να μην επιστρέψω ποτέ».

Αυτή είναι η Άννα Φόνσου και μερικές φωτεινές ή και σκοτεινές πλευρές της ζωής της.

Σου άρεσε αυτό που διάβασες; Χάρισε μας το like σου!